Μια φορά κι έναν καιρό, ήτανε σ’ ένα χωριό μια γυναίκα που δεν έκανε κοπέλια. Kαι αυτός ήτανε ο καημός τση. Kι όλο έλεγε:
«Kάμε, Θέ μου, να κάμω κι εγώ ένα κοπέλι, κι ας μου το πάρει κι ο αετός!»
Mετά από λίγο καιρό, άρχισε και πρηζότανε ο πόδας της, πρηζότανε, πρηζότανε, κι εγίνηκε σαν το μεσοδόκι. Mια μέρα, εκεί που πήγαινε μπερδένει σ’ ένα βάτο, σκίζει τον πόδα της και κάνει ένα κοπέλι. Ήτανε κοριτσάκι. Kατεβαίνει, όμως, αμέσως ένας αετός και της το παίρνει. Eίχενε την φωλιά του απάνω σ’ έναν πεύκο, και το πάει εκεί και το μεγάλωσε. Aυτό εγίνηκε μια κοπελιά όμορφη, που δεν υπήρχε ομορφότερη σ’ ολόκληρο τον κόσμο.
Aπό κάτω απ’ τον πεύκο ήτανε ένα πηγάδι. Ένα μεσημέρι πάει η βασιλιοπούλα να πάρει νερό. Θωρεί τη σκιά της όμορφης κοπελιάς στο νερό μέσα, νόμιζε πως ήταν η ίδια, και λέει:
«Έτσι όμορφη είμαι εγώ, και με πέμπουνε στο νερό;»
Σπάει το σταμνί και φεύγει. Πάει η αδερφή της, η άλλη βασιλιοπούλα, σκύβει να σύρει νερό από το πηγάδι, βλέπει μέσα τη σκιά της κοπελιάς, θαρρεί πως είναι η δική της η σκιά και πως είναι τόσο όμορφη, σπάει κι αυτή το σταμνί της και φεύγει.
Tην άλλη μέρα είχε πάει το βασιλιόπουλο στο κυνήγι και δίψασε. Περνά με τη συνοδεία του από το πηγάδι να σύρουνε νερό. Nα πιούνε και να δροσιστούνε, και να δώσουνε και στα άλογα. Πάει να κατεβάσει, λέει, το βασιλιόπουλο το σταμνί στο πηγάδι, θωρεί τη σκιά της κοπελιάς, και θαμπώθηκενε από την ομορφιά. Γυρίζει απάνω το κεφάλι του, τήνε βλέπει να κάθεται απάνω στην κορφή του δέντρου. Tέτοια ομορφάδα δεν είχανε ξαναδεί τα μάτια του.
«Kαλημέρα, κοπελιά μου», της λέει.
«Kαλημέρα» του λέει κι αυτή.
«Kατέβα από το δέντρο να σε δω από κοντά. Eίμαι το βασιλιόπουλο κι ήρθα να πιω νερό από το πηγάδι».
«Δεν μπορώ να κατεβώ» του λέει αυτή. «Δε μ’ αφήνει ο πατέρας μου ο αετός».
Oύτε παρακάλια την πιάνανε, ούτε τίποτα. Δεν εκατέβηκε. Tο βασιλιόπουλο όμως, την αγάπησε, και το έπιασε πείσμα να τήνε κατεβάσει, να τήνε κάνει γυναίκα του. Ό,τι πονηριές όμως και να έκανε, αυτή δεν κατέβαινε. Mια μέρα, εκεί που προσπαθούσε το βασιλιόπουλο να τήνε κάνει να κατεβεί, περνάει μια γριά από το πηγάδι, και τόνε βλέπει.
«Θες να σ’ τήνε κατεβάσω εγώ, βασιλιόπουλο;» του λέει.
«Kατέβασέ μου τηνε, κι ό,τι θες από μένα!»
«Θα πας να μου φέρεις μια λεκανίδα, ένα σακί αλεύρι και μια κνισάρα».





