Η πρώτη αναφορά στο χωριό εμφανίζεται στο βιβλίο προσκομιδής της Μονής Σωσίνου. Επίσης ο άγγλος αξιωματικός Πυροβολικού Ουίλιαμ Μάρτιν Ληκ το αναφέρει ως «Shútista» σε περιηγητικό χρονικό που εκδόθηκε το 1835. Σε καταγραφή του 1856 εμφανίζονται 12 σπίτια και 18 οικογένειες και αποκαλείται εθνικό, δηλ. δεν ανήκε σε κάποιο οθωμανικό ίδρυμα ή αξιωματούχο όπως άλλα χωριά της περιοχής. Το 1865 αναφέρεται από τους μουχταροεπιτρόπους του (χαμηλόβαθμοι τοπικοί παράγοντες) ότι λειτουργούσε σχολείο, το οποίο όμως δε λειτουργεί σε αντίστοιχη αναφορά του 1887. Τέλος, στο «σαλναμέ» του βιλαετίου Ιωαννίνων για το οικονομικό έτος 1311 (Μάρτιος 1895 έως Φεβρουάριος 1896), όπου διασώζεται η τελευταία αναλυτική απογραφή της οθωμανικής περιόδου, το χωριό περιλαμβάνει 14 «χανέδες» (οικογένειες) και συνολικά 87 κατοίκους.
Κύρια ασχολία των κατοίκων ήταν η κτηνοτροφία – μάλιστα το χωριό διέθετε και ειδική σχετική περιοχή σε απόσταση 2 χιλιομέτρων, τη Σιάνιστα, που σήμερα έχει σχεδόν εγκαταλειφθεί. Η μικρή (λόγω του πετρώδους εδάφους και του υψομέτρου) γεωργική παραγωγή περιοριζόταν στην καλλιέργεια καλαμποκιού, κρεμμυδιού και κηπευτικών προϊόντων για οικιακή χρήση.
Μνημείο αυτής της περιόδου είναι η μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, η οποία βρίσκεται στο βόρειο άκρο του χωριού και σώζεται μονάχα το ταπεινό καθολικό της – τα κελιά της καταστράφηκαν από πυρκαγιά σε αποθηκευμένα σιτηρά το 1944. Ελλείψει σχετικής τεκμηρίωσης, δεν είναι γνωστό εάν η μονή ιδρύθηκε μαζί με το χωριό ή πρόκειται για μετεξέλιξη παλαιότερης. Σίγουρα πάντως για κάποιο διάστημα κατά το 19ο αι. το μοναστήρι λειτούργησε και ως θεραπευτήριο για ψυχικά ασθενείς.






