facebook twitter youtube googleplus
on/off

ΣτεμνίτσαΆρθρα: Συνοπτική Ιστορία της Στεμνίτσας

Η Στεμνίτσα, κωμόπολη της κεντρικής Πελοποννήσου, με πλούσια ιστορική και πολιτισμική κληρονομιά, είναι κτισμένη μέσα σε κοίλωμα στη νοτιοανατολική πλευρά του όρους Kλινίτσα, παραφυάδας του Mαινάλου (εικ. 1). Βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα της περιοχής που περιβάλλει το φαράγγι του ποταμού Λούσιου, όπου σύμφωνα με τη μυθολογία, οι νύμφες έλουσαν τον μικρό Δία, όταν τους τον παρέδωσε η Ρέα για να τον προφυλάξει από τον Κρόνο. Στην αρχαιότητα υπήρχε στην περιοχή η πόλη Yψούς, για την οποία ελάχιστα είναι γνωστά, ενώ ούτε η ακριβής θέση της έχει καθοριστεί. Η πόλη είχε ιδρυθεί, κατά την παράδοση, από τον Υψούντα, έναν από τους πενήντα γιους του βασιλιά της Αρκαδίας Λυκάονα. Οι πληροφορίες μας για την αρχαία εποχή είναι ελάχιστες, όπως και για τα βυζαντινά χρόνια. Η τοπωνυμία Στεμνίτσα είναι σλαβικής προέλευσης (σημαίνει τόπος σκιερός και υγρός) και μαρτυρεί την εγκατάσταση Σλάβων πιθανόν μεταξύ 7ου και 10ου αιώνα μ.Χ.

Η ανάπτυξη της Στεμνίτσας ως οργανωμένου οικισμού σημειώνεται κατά την οθωμανική περίοδο και συγκεκριμένα από τον 16ο αι., όταν στα 1512/20 σε οθωμανικό κατάστιχο φορολογουμένων καταγράφονται 191 κάτοικοι, από τους οποίους μία μόνο οικογένεια είναι μουσουλμανική. Παράλληλα ο οικισμός αναπτύσσεται σε σπουδαίο βιοτεχνικό κέντρο με ειδικευμένους τεχνίτες γύρω από την μεταλλουργία, αργυροχρυσοχόους, χαλκωματάδες, καμπανάδες, μπρουντζάδες, κ.ά., οι οποίοι περιοδεύουν και φθάνουν με τα προϊόντα τους μέχρι την Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη, τη Μολδοβλαχία, τη Ρωσία και αλλού. Οι τεχνίτες της Στεμνίτσας για την προστασία των ιδίων στα ταξίδια τους και των μυστικών της τέχνης τους, είχαν επινοήσει μια ιδιαίτερη συνθηματική μυστική γλώσσα, τα «Mεστιτσιώτικα», δηλ. Στεμνιτσιώτικα.

Την οικονομική ανάπτυξη του τόπου συνοδεύει και η πνευματική και πολιτιστική άνθηση με την ανέγερση και διακόσμηση πολλών ναών από τον 16ο αι. και ιδιαίτερα τον 17ο, με την ανασυγκρότηση του ορθόδοξου μοναχισμού και με την ίδρυση Ελληνικής Σχολής, τον 17ο ή 18ο αιώνα, η οποία είχε τεθεί υπό την αιγίδα του Oικουμενικού Πατριαρχείου. Στη Σχολή αυτή δίδαξαν αξιόλογοι δάσκαλοι. Πολλοί μαθητές της διέπρεψαν και η Στεμνίτσα, λόγω της πνευματικής της παράδοσης, είναι πατρίδα πολλών αξιόλογων ανθρώπων του πνεύματος

Πολύ σημαντική υπήρξε η συμβολή της Στεμνίτσας στην Επανάσταση. Αρκετοί Στεμνιτσιώτες, κυρίως της διασποράς, υπήρξαν μέλη της Φιλικής Εταιρείας. Από αυτούς διακρίθηκε ιδιαίτερα ο Αντώνιος Πελοπίδας, ο οποίος είχε μυήσει στην Εταιρεία και τον Παλαιών Πατρών Γερμανό. Στεμνιτσιώτες της διασποράς επίσης πολέμησαν στο πλευρό του Αλέξανδρου Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία (έχουν καταγραφεί 22 πεσόντες). Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο Ηλίας Μίγκλαρης, αρχηγός του ιππικού, ο οποίος σκοτώθηκε στη μεγάλη μάχη του Σκουλενίου μαζί με τα αδέλφια του και συμπατριώτες του. Παράλληλα πολύ μεγάλος υπήρξε ο αριθμός των Στεμνιτσιωτών που συμμετείχαν στην Επανάσταση που ξέσπασε στην Πελοπόννησο (έχουν καταγραφεί πάνω από 700 αγωνιστές), ενώ η Στεμνίτσα είχε γίνει κέντρο εφοδιασμού τροφίμων και πολεμοφοδίων, οι δε τεχνίτες της επισκεύαζαν τα όπλα των αγωνιστών. Είναι γνωστό, εξάλλου, ότι πολλά από τα βιβλία της Σχολής καταναλώθηκαν για την κατασκευή πολεμοφοδίων.

Η Στεμνίτσα ήταν το αγαπημένο καταφύγιο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, που την ονόμαζε «απόρθητη χωροπούλα», και η πρώτη πρωτεύουσα της επαναστατημένης Ελλάδας, όπου συνεδρίασε η Πελοποννησιακή Γερουσία το Μάιο του 1821. Γραμματέας της ήταν ο Στεμνιτσιώτης Ρήγας Παλαμήδης, ο οποίος αργότερα διακρίθηκε ως πολιτικός. Το 1826 όμως τα στρατεύματα του Ιμπραήμ λεηλάτησαν την πόλη και έκαψαν πολλά οικοδομήματα. Μετά την απελευθέρωση σημειώθηκε νέα άνθηση και ανοικοδόμηση της Στεμνίτσας, που εξακολούθησε μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα. Από τις αρχές του 20ού αιώνα, όμως, άρχισε βαθμιαία να φθίνει, καθώς οι ονομαστοί της τεχνίτες άρχισαν να εγκαθίστανται στις μεγάλες πόλεις, ενώ συγχρόνως ξεκίνησε και η υπερατλαντική μετανάστευση.

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 άρχισε η οικοδομική δραστηριότητα με την ανακαίνιση κατοικιών, ενώ τα τελευταία χρόνια αναπτύσσονται και τουριστικές δραστηριότητες. Η μεγάλη παράδοση στον τομέα της αργυροχρυσοχοΐας συνεχίζεται τόσο με τη λειτουργία της Σχολής Αργυροχρυσοχοΐας (ιδρύθηκε το 1976 από τον Πατριωτικό Σύνδεσμο Τρικολώνων και σήμερα λειτουργεί ως επαγγελματική σχολή) όσο και με καταστήματα- εργαστήρια αργυροχρυσοχοΐας.

Γράψτε το σχόλιό σας.