Η Αγια Κυριακή, βρίσκετε στο νομο της Πρέβεζας και απέχει πέντε χιλιόμετρα απο την Πάργα.
Μέχρι το 1937, υπάγονταν στο νομο Θεσπρωτίας και ανηκε στήν τότε επαρχία Μαργαριτίου.
Ποτε χτίστηκε το μικρό αυτό χωριο εκεί στην άκρη του Ιονιου δεν γνωρίζουμε. Στα χρονια της Τουρκοκρατίας την αποκαλούσαν Σενεντιελα οι αρβανιτοφωνοι και πιθανόν εξισλαμισμένοι κάτοικοι, που στα Ελληνικά σημαίνει Αγια Κυριακή. Από αυτό συμπεραίνεται ότι στο παρελθόν, πριν την εγκατάσταση των Τουρκαλβανών, το χωριο αυτό ήταν χριστιανικό. Αυτό ενισχύεται και απο το βεβαιωμένο γεγονός της ύπαρξης μιας χριστιανικής οικογενειας που κατάφερε και επιβίωσε εκεί, μέχρι την απελευθέρωση. Εκτος αυτού, στο χωριο αυτό είναι κατεγραμενι στην αρχαιολογική υπηρεσία αρχαιοτήτων, η αρχαία ακρόπολη που ήταν στο χωρο, οπου μετέπειτα κτίστηκε το δημοτικό σχολειό. Πιθανολογείται ότι με την καταστροφή της Μαντουκας και του αρχαίου οικισμού Ζέρη, την ίδια τύχη να είχε και η Αγια Κυριακή. Μετά το 1600, στο χωριο εγκαταστάθηκαν τούρκοι προερχόμενοι απο την τουρκια και όχι όπως σε αλλα διπλανά χωρια στα οποια είχαν εγκατασταθεί τουρκαλβανοί μισθοφόροι των τούρκων. Με την απελευθέρωση του 1913, οι τούρκοι της Αγίας Κυριακής, έφυγαν και εγκαταστάθηκαν στην Τουρκια, καθότι δηλωσαν γνήσιοι τούρκοι, εν αντιθεση με τους τουρκαλβανούς οι οποιοι εγκαταστάθηκαν στην Αλβανια. Από βεβαιωμένες πληροφορίες και μαρτυρίες των παλαιοτερων Ελλήνων,μαθαίνουμε ότι η Αγια Κυριακή αποτελούσε τσιφλίκι και το 1913 ανηκε σε κάποια τουρκάλα. Οι κάτοικοι ήταν όλοι τούρκοι, πλην μιας και μοναδικής χριστιανικής οικογενειας με το όνομα Σπανός. Το 1924 αρκετοί κάτοικοι του Λιβαδαρίου και του Ελευθεριου, εγκαταστάθηκαν στα κτήματα από το εγκατελιμενο χωριο (τσιφλίκι), επειδή όμως ήταν ιδιοκτησία, η οποια προστατεύονταν από τον νομο, οι ενδιαφερόμενοι κάτοικοι αποφάσισαν να αγοράσουν τα κτήματα αυτά. Την πρωτοβουλία για την αγορά αυτή, ανέλαβε ο Ευάγγελος Τσίτσας, (ένας δραστήριος και πανέξυπνος άνθρωπος) , ο οποιος σε συνεννόηση και με την σύμφωνη γνώμη των συγχωριανών του, ήρθε σε επαφή με την ιδιοκτήτρια του τσιφλικιού, μέσω των δικηγόρων της και αποφασίστηκε η αγορά , με χρυσές λίρες της εποχής αυτής. Το 1924 λοιπόν πήγε ο Ευάγγελος Τσίτσας στην Αθηνα με χρήματα που κατέβαλαν οι ενδιαφερόμενοι συγχωριανοί του, όπως οι Χαλκιδες, οι Καρδαναιοι, οι Μποτσαραιοι, οι Τσιτσαιοι οι Μπελαιοι οι Νικολαιοι και αλλοι, έκανε την διαπραγμάτευση της αγοράς
και έτσι το χωριο επανήλθε στις ελληνικές οικογενειες. Συνολικα ήταν περίπου 15 οικογένειες που αρχικά εγκαταστάθηκαν εκεί.
Εκτος από την ελαιοκομία, οι κάτοικοι είχαν και κάποια ξερικά χωραφάκια όπως στο Τρυπητό, στο Κάτσιο και κάποια σιαδακια στο βουνό που έσπερναν ότι μπορούσε να αποδώσει εκεί. Τα κοπάδια ήταν λιγοστά, ισα ισα για της ανάγκες της κάθε οικογενειας. Στο μέρος που ήταν η αρχαία ακρόπολη, η οποια περιβάλλονταν με τείχος το οποιο στη δυτική πλευρά κυριως έφτανε τα τέσσερα μετρα ύψος, στα παλαιότερα χρονια κάποιος τοπικός άρχοντας έκτισε εκεί το Σαράι του, καταστρέφοντας ότι είχε απομείνει από την ακρόπολη αυτή. Έτσι στα νεότερα χρονια έλεγαν το μέρος αυτό (στο Σαράι του Πασα). Στο ίδιο σημείο το 1956 κτίστηκε το δημοτικό σχολειό για τις ανάγκες του χωριου.






